Πέμπτη, 29 Οκτωβρίου 2015

95χρονος Βολιώτης ζωντανεύει μνήμες από το έπος του ’40 «Θ»

95χρονος Βολιώτης ζωντανεύει μνήμες από το έπος του ’40 «Θ»

25 Οκτωβρίου 2015, 13:29
unnamed (3)
Ο πρόεδρος της Ένωσης Αναπήρων/Θυμάτων Πολέμου και Εθνικής Αντίστασης Μαγνησίας κ. Θανάσης Κουτσός
Η απόκρουση της ιταλικής εισβολής και το περήφανο «Όχι» κατά των φασιστικών δυνάμεων του Άξονα, θα θυμίζουν για πάντα μία από τις λαμπρότερες και συνάμα πιο ηρωικές στιγμές στην Ιστορία της Ελλάδας. Στα βουνά της Ηπείρου γράφτηκε το αθάνατο έπος του ’40, όταν ο ελληνικός στρατός θριάμβευσε κατά των συνασπισμένων δυνάμεων της Ιταλίας του Μουσολίνι και της Αλβανίας.
Εβδομήντα πέντε χρόνια αργότερα η θυσία και η αυταπάρνηση των Ελλήνων στο μέτωπο δεν έχουν λησμονηθεί. Αντίθετα, η πατρίδα χρωστάει αιώνια ευγνωμοσύνη σε όσους θυσιάστηκαν για την ελευθερία του τόπου, τους ήρωες του 1940, που θα μείνουν για πάντα «ζωντανοί» στην καρδιά μας για όσα προσέφεραν στον αγώνα υπέρ της ελευθερίας.
Στιγμές από την εποχή εκείνη ανασύρει από τη μνήμη του ο πρόεδρος της Ένωσης Αναπήρων/Θυμάτων Πολέμου και Εθνικής Αντίστασης Μαγνησίας κ. Θανάσης Κουτσός, ο οποίος στα 95 χρόνια του θυμάται με κάθε λεπτομέρεια τα γεγονότα εκείνης της εποχής. «Η Ελλάδα μας, η μικρή τότε Ελλάδα, αντιμετώπισε με σθένος δύο αυτοκρατορίες. Στην Ήπειρο οι Ιταλοί υποχωρούσαν μπροστά στην ιαχή «αέρας» των στρατιωτών μας, οι οποίοι πολέμησαν μέχρις εσχάτων για να μην παραδώσουν τη χώρα στους κατακτητές. Αψήφησαν κάθε κίνδυνο και στάθηκαν γενναία απέναντι στον εχθρό, στέλνοντας το μήνυμα προς πάσα κατεύθυνση ότι η Ελλάδα ποτέ δεν πεθαίνει. Μια χούφτα ζούνε σήμερα από τους αγωνιστές του ’40, αλλά αρκούν για να θυμίζουν σε όλους το έπος που γράφτηκε τότε, δείχνοντας το μεγαλείο της ελληνικής ψυχής», θα πει συγκινημένος ο κ. Κουτσός.
Φωτογραφικό κειμήλιο από τον πόλεμο του 1940 και πιο συγκεκριμένα από το μέτωπο προ του Τεπελενίου. Δεξιά απεικονίζεται ο Βολιώτης Παρασκευάς Μιχαλόπουλος, ο οποίος υπηρέτησε στο 2ο Σύνταγμα Ορεινού Πυροβολικού. Διακρίνεται να εκτελεί χρέη νοσοκόμου και να παρέχει τις πρώτες βοήθειες σε στρατιώτη που τραυματίστηκε στο πόδι
Φωτογραφικό κειμήλιο από τον πόλεμο του 1940 και πιο συγκεκριμένα από το μέτωπο προ του Τεπελενίου. Δεξιά απεικονίζεται ο Βολιώτης Παρασκευάς Μιχαλόπουλος, ο οποίος υπηρέτησε στο 2ο Σύνταγμα Ορεινού Πυροβολικού. Διακρίνεται να εκτελεί χρέη νοσοκόμου και να παρέχει τις πρώτες βοήθειες σε στρατιώτη που τραυματίστηκε στο πόδι
Ο κατά δύο χρόνια μεγαλύτερος αδερφός του, ο Κώστας Κουτσός, πολέμησε στο μέτωπο της Αλβανίας, με τον πρόεδρο της τοπικής Ένωσης Αναπήρων Πολέμου να εξιστορεί τα όσα έζησε: «Ο Κώστας που ήταν ο μεγαλύτερος από τα εννιά αδέρφια που ήμασταν, πολέμησε στην Αλβανία, αλλά αιχμαλωτίστηκε το Μάρτιο του 1941 στη μάχη που έγινε στο ύψωμα «Τρία Αυγά» και στη συνέχεια βρέθηκε αιχμάλωτος σε στρατόπεδο συγκέντρωσης στην Ιταλία. Μαζί με άλλους συμπολεμιστές του οδηγήθηκε κρατούμενος στο Μιλάνο, αλλά στη συνέχεια δραπέτευσε και κατέφυγε στην Ελβετία που τότε ήταν ουδέτερη. Ο αδερφός μου ήταν ένα ρωμαλέο παιδί, ψηλός και με ξανθά μαλλιά. Έμοιαζε με Άγγλο στρατιώτη. Τον χάσαμε για καιρό, ώσπου εμφανίστηκε ξαφνικά μία ημέρα στην πόρτα του σπιτιού μας. Δεν μπορώ να περιγράψω με λόγια τη χαρά που νιώσαμε τότε βλέποντάς τον ζωντανό. Τον θεωρούσαμε νεκρό, ανάμεσα στους τόσους που χάθηκαν».
Ο ελληνοϊταλικός πόλεμος τροφοδότησε την πένα των σκιτσογράφων στο παρελθόν, που αποτύπωσαν τον αγώνα εναντίον των φασιστικών δυνάμεων στα βουνά της Ηπείρου
Ο ελληνοϊταλικός πόλεμος τροφοδότησε την πένα των σκιτσογράφων στο παρελθόν, που αποτύπωσαν τον αγώνα εναντίον των φασιστικών δυνάμεων στα βουνά της Ηπείρου
Ο κ. Θανάσης Κουτσός αναφέρθηκε στις συνθήκες που επικρατούσαν στην ελληνική ύπαιθρο, όταν κηρύχθηκε ο πόλεμος: «Το χωριό μας ήταν φτωχικό και απομονωμένο. Δεν υπήρχε ραδιόφωνο, ούτε κυκλοφορούσε εφημερίδα για να μαθαίνουμε τι γινόταν στο μέτωπο. Όμως, θυμάμαι χαρακτηριστικά ότι σχεδόν είχε αδειάσει, αφού οι περισσότεροι νέοι είχαν φύγει για την Αλβανία κι εμείς πίσω ζούσαμε με την αγωνία για το εάν θα ξαναδούμε τους δικούς μας ανθρώπους».
Η οικογένεια Κουτσού την εποχή εκείνη διέμενε στην Αργιθέα Καρδίτσας, μέχρι που τον Οκτώβρη του 1942 πέρασε μία σκληρή δοκιμασία: «Ήμασταν φτωχή οικογένεια. Ο πατέρας μου πάλευε να μας συντηρήσει, μέχρι που τον χάσαμε εντελώς άδικα. Τον αποκεφάλισαν οι αντάρτες σε ηλικία 56 ετών. Ήρθαν νύχτα και τον πήραν. Ήταν η τελευταία φορά που τον είδα ζωντανό. Το επόμενο πρωινό βρήκε το κεφάλι του κομμένο μία ξαδέρφη μου. Χαμένος πήγε ο μπαρμπα-Δημήτρης», θυμήθηκε βουρκωμένος ο 95χρονος γέροντας, για να συμπληρώσει: «Μετά από λίγο καιρό κατατάχτηκα στον ΕΔΕΣ και κατασκόπευα τις κινήσεις των ιταλικών στρατευμάτων. Βρέθηκα στον Αλμυρό, όπου με συνέλαβαν οι Ιταλοί. Με σταμάτησε μία περίπολος στο Καρανταναλί (σ.σ. το χωριό Μαυρόλοφος), ήταν τρεις στρατιώτες κι ένας ντόπιος συνεργάτης τους. Αυτός μ’ έπιασε από τα μαλλιά και με πέταξε χάμω. Με φώναζε «προδότη» και με ρώτησε από ποιο μέρος ήμουν. Έφαγα πολύ ξύλο τότε, αλλά κατάφερα να γλιτώσω. Έπειτα από αυτό το συμβάν γύρισα στην Αργιθέα, αλλά δεν καθίσαμε πολύ. Οι άντρες του καπετάν-Γιώτη, όπως αποκαλούσαν τον Χαρίλαο Φλωράκη, κύκλωσαν τα χωριά και μαζί με τη μάνα μου και τα υπόλοιπα αδέρφια κινήσαμε για την Αγναντερή Καρδίτσας. Εκεί ζούσε κάποιος Χρήστος Νανάς. Ήταν βλαμάρια (σ.σ. φίλοι) με τον συχωρεμένο τον πατέρα μου. Τον αναζήτησα, αλλά είχε πεθάνει από χρόνια. Βρήκα το γιο του, στον οποίον εξήγησα ποιος ήμουν και μας πήγε στον τότε πρόεδρο της Κοινότητας. Από την Αγναντερή φύγαμε το 1946 και καταλήξαμε στο Ριζόμυλο, όπου είχαμε συγγενείς. Εκεί ήταν παντρεμένη η αδερφή μου. Στη συνέχεια ήρθε το χαρτί για την επιστράτευση και παρουσιάστηκα για τη θητεία μου, ώσπου στις 12 Φεβρουαρίου 1949 τραυματίστηκα στο δεξί χέρι. Το τάγμα που ανήκα κατευθυνόταν στην Τσαγκαράδα. Πριν με χτυπήσουν, στο δρόμο για το Ξουρίχτι ο γιατρός που μας συνόδευε, Γιώργος Ξανθόπουλος λεγόταν, πάτησε μία νάρκη. Το πόδι του διαλύθηκε μεμιάς. Εκεί έχασα και τον κουνιάδο του αδερφού μου Κώστα. Άσχημα χρόνια εκείνα. Μακάρι να μην ξανάρθουν».
Το αντιτορπιλικό «Ύδρα» βυθίστηκε στο Σαρωνικό τη Μεγάλη Εβδομάδα του ’41 από τα γερμανικά Στούκας. Παρέσυρε στον υγρό τάφο 42 μέλη του πληρώματος. Ανάμεσα στους νεκρούς ήταν και ο Βολιώτης ναυτοδίοπος Σπύρος Γρηγορόπουλος (ένθετη φωτογραφία). Το «Ύδρα» συνόδευε στη Σούδα το υποβρύχιο «Παπανικολής» και το βοηθητικό «Μαρί Μερσκ» που ήταν φορτωμένο με τα πυρομαχικά του στόλου
Το αντιτορπιλικό «Ύδρα» βυθίστηκε στο Σαρωνικό τη Μεγάλη Εβδομάδα του ’41 από τα γερμανικά Στούκας. Παρέσυρε στον υγρό τάφο 42 μέλη του πληρώματος. Ανάμεσα στους νεκρούς ήταν και ο Βολιώτης ναυτοδίοπος Σπύρος Γρηγορόπουλος (ένθετη φωτογραφία). Το «Ύδρα» συνόδευε στη Σούδα το υποβρύχιο «Παπανικολής» και το βοηθητικό «Μαρί Μερσκ» που ήταν φορτωμένο με τα πυρομαχικά του στόλου.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου